Ο Πέφτω είναι λυπημένος. Δεν τον βαστούν τα πόδια του. Λυγίζουν άγαρμπα και απροσδόκητα. Συχνά σωριάζεται καταγής. Έτσι, σε κάθε καινούργιο βήμα, μασάει τα χείλη από την αγωνία. Θα σφάλιζε ερμητικά τα μάτια , μα θέλει να βλέπει που πάει. Όχι πως αλλάζει τίποτα. Θα γίνει. Ό,τι κι αν δοκιμάσει, θα γίνει. Όσο προσεχτικός κι αν είναι. Όσο αργά ή χαμηλά κι αν σηκώνει την άτιμη πατούσα. Όσο μακριά κι αν μένει από τους άλλους. Είναι το ριζικό του. Γεννήθηκε άτυχος. Πάλι θα βρεθεί στο κρύο πάτωμα. Του αξίζει. Γιατί άραγε δεν μένει για πάντα εκεί; Θα έλυνε το πρόβλημα. Ο Γελούν είναι χαρούμενος. Τα πόδια του έχουν φτερά και τον πηγαίνουν όπου γουστάρει. Σαν σβούρα γυρίζει εδώ, εκεί, παραπέρα. Θόρυβο κάνει πολύ. Για να ξέρουν όλοι πως περνάει. Τον αντίχειρα μπήγει κάθε τόσο στο στήθος με τα υπόλοιπα δάχτυλα σφιγμένα γροθιά, μη και κανένας λαθέψει και δεν του αναγνωρίσει δικαίωμα αυτεξούσιο να πνίγει τα πάντα με χλευαστικά χάχανα. Κανείς δεν τολμά ν’ αντιταχθεί, εκτός από τον χλεμπονιάρη τον Πέφ...