Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πέφτω και Γελούν

Ο Πέφτω είναι λυπημένος. Δεν τον βαστούν τα πόδια του. Λυγίζουν άγαρμπα και απροσδόκητα. Συχνά σωριάζεται καταγής. Έτσι, σε κάθε καινούργιο βήμα, μασάει τα χείλη από την αγωνία. Θα σφάλιζε ερμητικά τα μάτια, μα θέλει να βλέπει που πάει. Όχι πως αλλάζει τίποτα. Θα γίνει. Ό,τι κι αν δοκιμάσει, θα γίνει. Όσο προσεχτικός κι αν είναι. Όσο αργά ή χαμηλά κι αν σηκώνει την άτιμη πατούσα. Όσο μακριά κι αν μένει από τους άλλους. Είναι το ριζικό του. Γεννήθηκε άτυχος. Πάλι θα βρεθεί στο κρύο πάτωμα. Του αξίζει. Γιατί άραγε δεν μένει για πάντα εκεί; Θα έλυνε το πρόβλημα.

Ο Γελούν είναι χαρούμενος. Τα πόδια του έχουν φτερά και τον πηγαίνουν όπου γουστάρει. Σαν σβούρα γυρίζει εδώ, εκεί, παραπέρα. Θόρυβο κάνει πολύ. Για να ξέρουν όλοι πως περνάει. Τον αντίχειρα μπήγει κάθε τόσο στο στήθος με τα υπόλοιπα δάχτυλα σφιγμένα γροθιά, μη και κανένας λαθέψει και δεν του αναγνωρίσει δικαίωμα αυτεξούσιο να πνίγει τα πάντα με χλευαστικά χάχανα. Κανείς δεν τολμά ν’ αντιταχθεί, εκτός από τον χλεμπονιάρη τον Πέφτω. Δεν τον πειράζει. Πολύ. Πάλι θα επιβάλλει την πυγμή του αστείου. Είναι το ριζικό του. Γεννήθηκε άρχοντας. Του αξίζει. Γιατί άραγε εκείνος ο ανισόρροπος σηκώνεται; Πρέπει να λύσει το πρόβλημα.

Οι μέρες περνούν. Τα γραμμένα επαναλαμβάνονται. Σε κάθε γδούπο ο Γελούν τεντώνει τ’ αυτιά μήπως σαβουρώθηκε ο Πέφτω να τρέξει να επισημάνει την ανημπόρια. Να υπογραμμίσει σκωπτικά τη διαφορά ανάμεσα στους δυο τους. Πάνω ο ένας, κάτω ο άλλος. Η σωστή τάξη. “Μα δεν είναι ξεκαρδιστικό; Κοιτάχτε έναν επαναστάτη. Θαρρείς δεν εξελίχθηκε ακόμη για δίποδη βάδιση και μένει σαλιγκάρι που σέρνεται, αφήνοντας πίσω του σάλια. Χώμα είσαι, ρε. Λάσπη. Πάρτο χαμπάρι. Γελάω μαζί σου μέχρι δακρύων. Χα-χα”. Κι ο Πέφτω, πριν καν χτυπήσει το σώμα του στο έδαφος, πριν ακόμα σκοντάψει, ακούει την κολασμένη παρήχηση που ξέρει πως θα ‘ρθει.

Ώσπου -κοίτα να δεις, ποιός το περίμενε- ο Γελούν πέφτει. Ακούγεται κρότος βαρύς που ως τα πέρατα αντιλαλεί. Παγωμάρα απλώνεται ολούθε κι οι δείκτες στο ρολόι κομπιάζουν. Τώρα τι; Στην αρχή, κανείς δεν τολμά να προσεγγίσει τον έκπτωτο ηγεμόνα. Μα όσο εκείνος σπαρταράει, σαν χελώνα αναποδογυρισμένη στο καύκαλο, αναθαρρεύουν. Να, κύκλο πιάνονται, κουρούνες φλύαρες, και σκάνε στα γέλια. Με σίγουρα βήματα ο Πέφτω φτάνει, σπάει τον κλοιό, ρίχνεται πλάι στον Γελούν και του δείχνει πώς να ορθοποδήσει. Ξανά και πάλι. Ο Πέφτω είναι χαρούμενος. Ήταν πάντα χαρούμενος. Πιότερο από τον δόλιο τον Γελούν που δεν ήξερε να σηκώνεται σαν πέσει.

Σχόλια