Είναι η κληρονομιά σου αυτή η ετερόκλητη φορτική συλλογή. Εσύ θα ‘χεις φύγει, μα εκείνα θα μένουν. Για πολύ ακόμα καιρό. Κι ύστερα κι άλλο. Ίσως για πάντα. Αναρριγάς στην ιδέα. Κάποτε τα ‘χεις όλα τους λουστραρισμένα με χρώματα, τάχα από αυθεντικές αγνές προθέσεις που ήταν μάλλον κοινή απομίμηση του εμπορίου και τις είχες αγοράσει κοψοχρονιά εξαργυρώνοντας εκπτωτικά κουπόνια. Τώρα το βερνίκι έχει ξεφτίσει και τρίβεται νιφάδες. Κι από πάνω πασπαλισμένη σκόνη πηχτή και δύσοσμη που προκαλεί βήχα. Είναι παράταιρα. Εκτός θέσης. Εμποδίζουν. Που να τα πάρει και να τα σηκώσει! Ποιός; Πότε; Με τι δύναμη; Πού να τα πάει;
Δεν θέλεις ν’ αναλογίζεσαι απαντήσεις σε τέτοιες ερωτήσεις. Όχι όσο διψάς κολασμένα. Μα πού είναι επιτέλους αυτές οι χαραμάδες να σου δώσουν να πιεις να λυτρωθείς; Παρά το χαμό, τις διέκρινες κάποτε κι αναγάλλιαζε η ψυχούλα σου. Ακόμα περιμένεις να σβήσεις την κάψα που σου καίει τη γλώσσα με διαθλαστικές δροσοσταλίδες. Έντρομος ψάχνεις το καλειδοσκοπικό τους πανόραμα που φέρνει μεθυστική γαλήνη. Οι μικροσκοπικές γυάλινες σφαίρες σ’ έχουν μυήσει στη σέκτα της συμπύκνωσης. Θα πέσεις ικέτης στα γόνατα μπροστά στα χλωρά φύλλα της ακριβοθώρητης έκπληξης ή στις χορταρένιες λεπίδες της έκτακτης διαφυγής. Άμα βρεις. Γιατί μπορεί και όχι. Το πιθανότερο δηλαδή.
Το ‘χεις πάρει απόφαση να πνιγείς για μια κουταλιά νερό; Τόσο μαζεύεται αν σου έλαχαν κάμποσα χρόνια κι είσαι επιμελής στην ταντάλεια υδροπονία. Μη νομίζεις περισσότερο. Και στο ενδιάμεσο τι; Χείλη ξερά, θολός νους και κοντανάσεμα; Δεν βγαίνει έτσι πέρα η ζωή. Τα μπαούλα ολοένα πυκνώνουν και ντύνονται φέρετρα. Κατά βάθος το ξέρεις κι ας καμώνεσαι πως σε σκανδαλίζουν τούτα τα αιρετικά που ξεστομίζω. Μην καρτερείς. Συγύρισε και στρώσε. Με υπομονή και μεράκι απ’ τ’ απομεινάρια θ’ αναστήσεις ξυλότυπους για καράβια περιπέτειας ή και σεντούκια θησαυρών. Τότε, σ’ ωκεανούς που αναβλύζουν από μέσα σου, θα περνάς την κάθε μέρα άρχοντας-πειρατής.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου