Η σάρκα σάρκα γυρεύει. Μονάχα η γης τη σμιλεύει. Όπου πατάει εκεί χορεύει. Αναστατώνει, δεν συμμαζεύει. Αγνοεί πως κινδυνεύει. Αφού με φωτιά συγγενεύει. Θα συνεχίσει, έτσι πιστεύει, να μένει όρθια για να ληστεύει. Σκόνη που ο χρόνος σωριάζει. Δεν της ταιριάζει. Μα δεν τη νοιάζει. Φτάνει μόνο να κάνει χάζι. Επιθυμίες, σκέρτσα και νάζι. Ξέρει να τρέχει και δεν προσέχει. Τις λακκούβες ο δρόμος που έχει. Τσαλαβουτάει μες στα λασπόνερα. Βρίσκει τα βήματά της παμπόνηρα. Χαριεντίζεται πως κάνει όνειρα. Κι όταν εκείνα γίνονται άμμος, τάχα πεισμώνει, φωνάζει “Vamos!”. Τη γοητεύουν -όπως χάσκει σαν χάνος- τα πουρνάρια κι όχι ο γάμος. Έχει μάθει ό,τι γουστάρει στο χέρι λαθραία να βάζει κι αν σκουντουφλά φρικτά να γκρινιάζει. Δεν χαμπαριάζει, αν δεν την πιάσεις. Να τη σφίξεις, να την ντροπιάσεις. Να αισθανθεί πως μπορείς να χαλάσεις. Πέρα απ’ το ναδίρ σου να φτάσεις. Να προσπελάσεις σκοτεινά βάθη. Να μουσκέψεις πικρά σ’ αβίαστα λάθη. Ν’ αρνηθείς ό,τι αξίζει, να προσκυνήσεις ό,τι γυαλίζει. Στη βγ...