Εκεί που θέλω αλήθεια να πάω δεν πείθεται να ‘ρθει κανείς. Πηγαίνω μονάχος, μα, αφού δεν το βλέπουν, τους μοιάζω άβουλος και αδρανής. Φτωχός συγγενής. Γυμνός από ονείρατα, φιλοδοξίες, λαχτάρα σάρκινη για εμπειρίες. Φωτογραφίες, παλιές ιστορίες, κατανάλωση, έξοδοι και λοιπές μαλακίες. Πάπια που κάθεται, ίσως κουνέλι, περήφανο ψάρι που κολυμπά σε βαρέλι. Να ‘τανε μπύρα, θα κάναν χαλάλι, μα μένω νηφάλιος κι αυτό τους προσβάλλει. Μες στην κραιπάλη χιλίων χρωμάτων, αρνούμαι την έξη των στείρων θαυμάτων. Επιδεικτικά ανεπίδεκτος, αετομάτης τοξευτής χωρίς στόχους. Εταιρεία που αψηφά τους μετόχους. Αμετακίνητος, ίσως μπλαζέ, που τρέμει μέσα του το αγκαζέ. Κάλλιο αδιέξοδα πάρα μπιζμπιζέ.
“Γιατί δεν έρχεσαι μαζί, βρε χαζέ; Θα έχει κόσμο, ήλιο και γέλια. Κι άμα γουστάρουμε τόσο πολύ μπορεί να χορέψουμε και τσιφτετέλια. Να σπάσεις λιγάκι τη μάσκα του χάλια. Να δεις πως φυτρώνουν κι αλλού πορτοκάλια. Μην ατενίζεις τη ζωή με τα κυάλια. Σβήσε τις σκέψεις, άπλωσε χέρι και συν τω χρόνω θα δεις πως συμφέρει. Δε σε σκοτώνει να γίνεις θαμώνας στων πολλών το λημέρι. Πού να στήνουμε τώρα αντιστίξεις πάνω στη βιάση άσπρων λαγών; Τόσοι νομάτοι τα βρίσκουμε πρίμα. Μεσιέ Εστραγκόν, καβάλα το κύμα, πνίγεσαι κόντρα στο ρεύμα. Κρίμα να μένεις μαγκούφης γι’ αυτό το δήθεν αθάνατο πνεύμα.
Μη μου σμίγεις με πείσμα τα φρύδια. Είμαστε άρχοντες με δαχτυλίδια. Στη συντροφιά καταδέξου να μπεις. Είναι ασήκωτο τη στράτα να παίρνεις χωρίς ελπίδα συνοδοιπόρους να βρεις.” Συγγνώμη, μεγάλε, σε μένα μιλάς; Δεν νομίζω πως είμαι για το τσούρμο που σέβεσαι ή απ’ την πάστα που εκτιμάς. Ποιός σ’ έστειλε στο έρημο δίχαλο να τάζεις εμπριμέ παραδείσους στους πεζοπόρους; Φυσικά ακούγεται μοναδική ευκαιρία αφού κρύβεις εντέχνως προϋποθέσεις και όρους. Ήξεις αφήξεις. Σπουδής αποχρώσες ενδείξεις. Τα φώτα της ράμπας δεν σβήνουν. Σημάδια αφήνουν. Αρκεί αναντίρρητα να περιμένω. Κερί αναμμένο. Σε τούρτα ξεγενεθλίων. Μεταξύ ηλιθίων. Είναι άραγε είδωλο ανεστραμμένο από προφητικό παλαντίρ;
Νομίζω καλύτερα να με προσφωνούσες πρίγκιπα Μύσκιν ή γκοσποντίν Βλαντιμίρ. Το παίζεις φιλόξενος, μα άλυτος δρόμωνας μοιάζεις που θέλεις να κάψεις αλλόδοξους με το μελίρρυτο υγρό σου πυρ. Λοιπόν τελάλη, από δω παν κι οι άλλοι, τον δρόμο τον ξέρεις και όπως είσαι τον παίρνεις. Δεν με ψήνουνε μία τα μαντάτα που φέρνεις. Ομολογουμένως, δε θέλεις μπελάδες με τρελούς καπελάδες. Ποιός πίνει στις μέρες μας τσάι; Δεν σου βαστάει, έστω και μέντα. Ίσα να μου κάνεις σεφτέ μπας κι αλλάξει η ρέντα. Εγώ σκέτο εσπρέσο δεν θα μπορέσω όπως και να ‘χει. Πλαστικά μιας χρήσης δεν αντέχει το δόλιο στομάχι.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου