Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ο Αετός και το Ποντίκι

Ήταν ένα στρουμπουλό ποντίκι που απ’ τα χωράφια μια βραδιά ξεμάκρυνε καμπόσο. Το φεγγάρι σαν τυρί, ένα κεφάλι να, έταζε χόρταση σε καινούργια διαδρομή. Χλωμοί αντιφέγγιζαν οι λόγγοι πέρα στο βάθος, μακριά απ’ τα σπαρτά που ‘λεγε σπίτι. Κούνησε μύτη να πάρει μυρωδιά. Φοβόταν τι θα βρει, τι θ’ απογίνει. Μα δεν απόκοψε τη στράτα του κισμέτ. Εξάλλου, τύχη και βουλή σπάνια πηγαίνουν σετ. Μετρούσε βήματα κι έβαζε σημάδια γυρισμού. Μπροστά το έσπρωχνε η έξαψη του αφανέρωτου, πίσω η φροντίδα του σωσμού. Άκουσε γάργαρα νερά. Είδε γέρικα δέντρα, αψηλά. Ξαπόστασε σε χόρτα με διαμαντένιο δρόσο και χαμογέλασε με ξαλάφρωμα γλυκά.

Κοιμήθηκε και σαν ξυπνούσε θα γύριζε πίσω, έχοντας τόσα να πει. Αλλά ιστορία υψηλότερη του έλαχε το επόμενο πρωί. Δίπλα του αίφνης προσγειώθηκε αϊτέλι. Αντί για νύχια βέλη, ρώτησε με μελιστάλακτη φωνή: “Σε ενοχλεί, ρε ποντικέ, πλάι σου να καθίσω;” Απόρησε το τρωκτικό κι έστριψε το μουστάκι. Τι τάχα ήθελε το νιούτσικο πουλί; Έγνεψε ναι. Είχε μεράκι, μα δεν είχε συμβουλή. “Αλλού είναι η θέα, όχι εδώ χάμω. Γιατί δεν την αράζουμε λίγο πιο πάνω;” πρότεινε ο φτερωτός διαβάτης. Μέχρι το λόφο, εκεί πιο δίπλα στα ριζά, είπε θα πάει. Κι ας του φαινόταν του φουκαρά του ποντικού απάτητη κορφή.

Καθώς σκαρφάλωνε, μια όξινη σκέψη έπαιρνε μορφή. Τα χωματένια πλάσματα φτερούγες δεν ζητάνε. Φτάνει να περπατάνε. Μ’ υπομονή και τόλμη θα φτάσουν μακριά. Στο κατακόρυφο, ωστόσο, δεν φτουράνε. Όσο κι αν προσπαθήσουν θα μοιάζουν ολοένα μ’ ατζαμή. Όπως ήταν φυσικό, απάντησε σμήνος ο αετός κι ευθύς ετοιμάστηκε να διασχίσει τη γαλανή βουνογραμμή. Μα πριν να φύγει εξάπαντος, μ’ έσχατο χαμοπέτι, ρήτρα σεβάσμια θέτει: “Τι κι αν πετώ θα έρχομαι, για να σου λέω ‘Γεια σου’. Από ψηλά θα χαιρετώ, τη λοξοδόντα αφεντιά σου. Γιατί πολύ στο μπόι σου θα μέναν στους αγρούς. Και θα το βρίσκαν βλάσφημο να συνοδεύσουν αετούς”.

Περίμενε στο διάσελο, το πέταγμα στα ύψη να θαυμάσει, όπως του είχαν τάξει. Μα κάτι οπωσδήποτε είχε αλλάξει. Ο αετός δεν φάνηκε, για μέρες και για μήνες. Έκτοτε δυο φορές περάσανε τα χελιδόνια και οι χήνες. Είχε πρόθεση στην υπόσχεση πιστός να μείνει εσαεί. Ώσπου τον ελευθέρωσε η κοσμική ροή. “Καλή σου ώρα, αετέ. Το τάμα μη σε μέλλει. Δε γίνεται ο αετός ζωή ποντικιού να θέλει.” Και μια και δυο, επέστρεψε στην ποντικοφωλιά του. Δυο βράδια ο δόλιος έκλαψε, μα ήρθε στα συγκαλά του. Κατέληξε πως άξιζε η περιπέτειά του, πως είχε φίλο αετό θα λέει στα παιδιά του.

Σχόλια