Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Ο Αετός και το Ποντίκι

Ήταν ένα στρουμπουλό ποντίκι που απ’ τα χωράφια μια βραδιά ξεμάκρυνε καμπόσο. Το φεγγάρι σαν τυρί, ένα κεφάλι να, έταζε χόρταση σε καινούργια διαδρομή . Χλωμοί αντιφέγγιζαν οι λόγγοι πέρα στο βάθος, μακριά απ’ τα σπαρτά που ‘λεγε σπίτι. Κούνησε μύτη να πάρει μυρωδιά. Φοβόταν τι θα βρει, τι θ’ απογίνει. Μα δεν απόκοψε τη στράτα του κισμέτ. Εξάλλου, τύχη και βουλή σπάνια πηγαίνουν σετ. Μετρούσε βήματα κι έβαζε σημάδια γυρισμού. Μπροστά το έσπρωχνε η έξαψη του αφανέρωτου, πίσω η φροντίδα του σωσμού. Άκουσε γάργαρα νερά. Είδε γέρικα δέντρα, αψηλά. Ξαπόστασε σε χόρτα με διαμαντένιο δρόσο και χαμογέλασε με ξαλάφρωμα γλυκά. Κοιμήθηκε και σαν ξυπνούσε θα γύριζε πίσω, έχοντας τόσα να πει. Αλλά ιστορία υψηλότερη του έλαχε το επόμενο πρωί . Δίπλα του αίφνης προσγειώθηκε αϊτέλι. Αντί για νύχια βέλη, ρώτησε με μελιστάλακτη φωνή: “Σε ενοχλεί, ρε ποντικέ, πλάι σου να καθίσω;” Απόρησε το τρωκτικό κι έστριψε το μουστάκι. Τι τάχα ήθελε το νιούτσικο πουλί; Έγνεψε ναι. Είχε μεράκι, μα δεν είχε συμβουλή. “...

Έκθεση και Κορεσμός

Χάσλερ, μικρέ μου, ο κόσμος γύρω πυρπολείται, ίσως δεν είναι φάιερ να ρωτάς “Τιμούλα;” κάτω από κάθε πoστ μ’ επιγραφή ΠΩΛΕΙΤΑΙ. Σήκωσε το κεφάλι, σου ‘χουν κρεμάσει μία -πού να πάρει. Η ίδια σου η μάνα ψάχνει το παπάκι για να σε ταγκάρει. Στην ποταμιά δεν είναι, που κάποτε είχε πάει, ήθελε να ξεκουμπιστεί μα είχε ξεχάσει να πετάει. Κάπου εκεί στα βούρλα, προϊόντα βίγκαν, όσα ζούσαν φύγαν. Τώρα κάποια ΑΜΚΕ τρέχει φεστ. Ένα-δυο-τέσσερα. Μας ακούτε; Τεστ. Γκίγκα τσαντ όρα φάρμινγκ και η ώρα η κακιά. Ασθενική στύση μπροστά σε στημένα σκηνικά. Κλικ. Επόμενο. Δια πάσα μαλακία και κάθε ενδεχόμενο. Μάιντφουλνες, σουρ! Πόντκαστ στ' ακουστικά και στρίτγουερ ωτ-κουτούρ. Τρέχα. Ένας ακόμη μαραθώνιος . Δεν είναι κλασσικός, μα ίσως είναι αιώνιος. Στήνουν άλλη μια πλατφόρμα. Να σε κρατάει σε φόρμα. Νόρμα ή ενός πολιτικού αγάπη. Πιάσε τις πρότεϊν μπαρς απ’ το κρυφό ντουλάπι. Ο νους γεμάτος φούμαρα, ώστε με την ησυχία τους να κυβερνούν τα νούμερα. Όχι αυτοί που απαγγέλουν μετα-μοντέρνες πρόζες. Σά...

Κορυφαία Εργαλεία Παραγωγής Υπεροπτικού Περιεχομένου

Η σάρκα σάρκα γυρεύει. Μονάχα η γης τη σμιλεύει. Όπου πατάει εκεί χορεύει. Αναστατώνει, δεν συμμαζεύει. Αγνοεί πως κινδυνεύει. Αφού με φωτιά συγγενεύει. Θα συνεχίσει, έτσι πιστεύει, να μένει όρθια για να ληστεύει. Σκόνη που ο χρόνος σωριάζει. Δεν της ταιριάζει. Μα δεν τη νοιάζει. Φτάνει μόνο να κάνει χάζι. Επιθυμίες, σκέρτσα και νάζι. Ξέρει να τρέχει και δεν προσέχει. Τις λακκούβες ο δρόμος που έχει. Τσαλαβουτάει μες στα λασπόνερα. Βρίσκει τα βήματά της παμπόνηρα. Χαριεντίζεται πως κάνει όνειρα. Κι όταν εκείνα γίνονται άμμος, τάχα πεισμώνει, φωνάζει “Vamos!”. Τη γοητεύουν -όπως χάσκει σαν χάνος- τα πουρνάρια κι όχι ο γάμος. Έχει μάθει ό,τι γουστάρει στο χέρι λαθραία να βάζει κι αν σκουντουφλά φρικτά να γκρινιάζει. Δεν χαμπαριάζει, αν δεν την πιάσεις. Να τη σφίξεις, να την ντροπιάσεις. Να αισθανθεί πως μπορείς να χαλάσεις. Πέρα απ’ το ναδίρ σου να φτάσεις. Να προσπελάσεις σκοτεινά βάθη. Να μουσκέψεις πικρά σ’ αβίαστα λάθη. Ν’ αρνηθείς ό,τι αξίζει, να προσκυνήσεις ό,τι γυαλίζει. Στη βγ...

Αφόρητος Δρομολογητής

Εκεί που θέλω αλήθεια να πάω δεν πείθεται να ‘ρθει κανείς. Πηγαίνω μονάχος, μα, αφού δεν το βλέπουν, τους μοιάζω άβουλος και αδρανής. Φτωχός συγγενής. Γυμνός από ονείρατα, φιλοδοξίες, λαχτάρα σάρκινη για εμπειρίες. Φωτογραφίες, παλιές ιστορίες, κατανάλωση, έξοδοι και λοιπές μαλακίες. Πάπια που κάθεται, ίσως κουνέλι, περήφανο ψάρι που κολυμπά σε βαρέλι. Να ‘τανε μπύρα, θα κάναν χαλάλι, μα μένω νηφάλιος κι αυτό τους προσβάλλει. Μες στην κραιπάλη χιλίων χρωμάτων, αρνούμαι την έξη των στείρων θαυμάτων. Επιδεικτικά ανεπίδεκτος, αετομάτης τοξευτής χωρίς στόχους. Εταιρεία που αψηφά τους μετόχους. Αμετακίνητος, ίσως μπλαζέ, που τρέμει μέσα του το αγκαζέ. Κάλλιο αδιέξοδα πάρα μπιζμπιζέ. “Γιατί δεν έρχεσαι μαζί, βρε χαζέ; Θα έχει κόσμο, ήλιο και γέλια. Κι άμα γουστάρουμε τόσο πολύ μπορεί να χορέψουμε και τσιφτετέλια. Να σπάσεις λιγάκι τη μάσκα του χάλια. Να δεις πως φυτρώνουν κι αλλού πορτοκάλια. Μην ατενίζεις τη ζωή με τα κυάλια. Σβήσε τις σκέψεις, άπλωσε χέρι και συν τω χρόνω θα δεις πως συμφ...

Πέφτω και Γελούν

Ο Πέφτω είναι λυπημένος. Δεν τον βαστούν τα πόδια του. Λυγίζουν άγαρμπα και απροσδόκητα. Συχνά σωριάζεται καταγής. Έτσι, σε κάθε καινούργιο βήμα, μασάει τα χείλη από την αγωνία. Θα σφάλιζε ερμητικά τα μάτια , μα θέλει να βλέπει που πάει. Όχι πως αλλάζει τίποτα. Θα γίνει. Ό,τι κι αν δοκιμάσει, θα γίνει. Όσο προσεχτικός κι αν είναι. Όσο αργά ή χαμηλά κι αν σηκώνει την άτιμη πατούσα. Όσο μακριά κι αν μένει από τους άλλους. Είναι το ριζικό του. Γεννήθηκε άτυχος. Πάλι θα βρεθεί στο κρύο πάτωμα. Του αξίζει. Γιατί άραγε δεν μένει για πάντα εκεί; Θα έλυνε το πρόβλημα. Ο Γελούν είναι χαρούμενος. Τα πόδια του έχουν φτερά και τον πηγαίνουν όπου γουστάρει. Σαν σβούρα γυρίζει εδώ, εκεί, παραπέρα. Θόρυβο κάνει πολύ. Για να ξέρουν όλοι πως περνάει. Τον αντίχειρα μπήγει κάθε τόσο στο στήθος με τα υπόλοιπα δάχτυλα σφιγμένα γροθιά, μη και κανένας λαθέψει και δεν του αναγνωρίσει δικαίωμα αυτεξούσιο να πνίγει τα πάντα με χλευαστικά χάχανα. Κανείς δεν τολμά ν’ αντιταχθεί, εκτός από τον χλεμπονιάρη τον Πέφ...

Πώς να Μην τη Βάψεις με Παλιά Μπαούλα

Η ζωή δεν χωράει στις φωτεινές χαραμάδες ανάμεσα σε παρατεταγμένες μακρόστενες κασέλες για άχρηστα πράγματα. Αυτά τα πανταχού παρόντα ξύλινα βαθιά κιβώτια που όλο μπλέκουν στα ποδάρια σου κι ανακόπτουν τη θέα , ενώ προσπαθείς να βρεις ρυθμό ν’ απογειωθείς κι ουρανό να πετάξεις. Στέκουν εκεί όπου θα έπρεπε να φυτρώνουν τα θάματα και διόλου τα νοιάζει. Κάποια, τα περισσότερα, καταθλιπτικά άδεια και σφαλισμένα με περιέλιξη τυχαίων καλωδίων που βουίζουν φρικτά καθώς οι χάλκινοι πυρήνες τους υπερθερμαίνονται από δεκάδες χιλιάδες αρνητικές σκέψεις που τους διαρρέουν. Άλλα ξέχειλα μεν, φορτωμένα άτσαλα, με το καπάκι να μην καλοκλείνει, όμως εξίσου αποκρουστικά και αδιάφορα.  Είναι η κληρονομιά σου αυτή η ετερόκλητη φορτική συλλογή. Εσύ θα ‘χεις φύγει, μα εκείνα θα μένουν. Για πολύ ακόμα καιρό. Κι ύστερα κι άλλο. Ίσως για πάντα. Αναρριγάς στην ιδέα. Κάποτε τα ‘χεις όλα τους λουστραρισμένα με χρώματα, τάχα από αυθεντικές αγνές προθέσεις που ήταν μάλλον κοινή απομίμηση του εμπορίου και τις ε...

Μηδείς Αγεωμέτρητος

“Μα καλά δεν έχεις ένα άκρο; Βασικά πράγματα. Πώς ζεις έτσι απορώ. Η αρχή είναι το ήμισυ του παντός. Ν’ αποκτήσεις άκρο οπωσδήποτε,” είπε η ημιευθεία. “Ένα ίσον κανένα. Γι’ αυτό κι εγώ έχω δύο άκρα. Αυτό πρέπει να κάνει ο οποιοσδήποτε έχει τουλάχιστον ένα δράμι μυαλό στο κεφάλι του. Να θυμάσαι: τέλος καλό, όλα καλά,” είπε το ευθύγραμμο τμήμα. “Χμμ…” είπε σκεπτική η ευθεία, που δεν ήξερε καν πως είναι απεριόριστη, και συνέχισε τον δρόμο της. Τα άκρα δεν ήταν κάτι που της έλειπε. Δεν κατέκρινε κανέναν που διάλεξε να έχει. Όμως ποτέ δεν σκέφτηκε να έχει δικά της.  “Ξέρεις τι σου λείπει; Μερικές ωραίες γωνίες. Υπάρχουν ορθές, οξείες, αμβλείες να διαλέξεις. Οι γωνίες δίνουν ενδιαφέρον και ένταση,” είπαν με μια φωνή το οκτάγωνο και το πεντάκτινο αστέρι. “Ή μάλλον καμπύλες. Καλύτερα καμπύλες. Οι γωνίες είναι αιχμηρές και πονάνε. Δεν θέλεις να φαίνεσαι εχθρική, σωστά;” είπε ο κύκλος, παρακινώντας παράλληλα με χειρονομίες την έλλειψη να συγκατανεύσει. “Χμμ…” είπε σκεπτική η ευθεία, που δε...

Όχι Άλλα Πολυσύμπαντα

Έχω μια ιδέα. Δεν αγγίζεται. Δεν διασυνδέεται. Δεν πηγάζει από πεδία ύπαρξης διαφορετικά απ’ αυτά στα οποία ενοικεί. Δεν συμπληρώνεται από κάποιο δήθεν ταίρι της πίσω από καθρέφτη. Δεν έχει να πει τίποτα περισσότερο απ’ όσα ακριβώς λέει. Τα αξιώματα που επικαλείται τα έχει καταγράψει μέχρι κεραίας κι εμπεριέχονται σ’ αυτή εξ’ ολοκλήρου. Καθαρά, λιτά, ωραία. Δεν χρειάζεται ερμηνείες . Ή πλαίσια. Παραπομπές. Υποσημειώσεις. Χρωματιστές επισημάνσεις. Ό,τι χρειάζεται υπάρχει ήδη στο πακέτο σκέψης που η ίδια ορίζει. Κι αν δεν υπάρχει, δεν έμελλε ποτέ του να μπλεχτεί με την ουσία της. Μη το στριμώχνεις, θα ‘ναι αταίριαστο κι επομένως άχαρο.  Έχει όρια. Σεπτά. Υπερασπίσιμα. Μετρημένα σε δάχτυλα χεριών προκομμένων τούτου του κόσμου του χωμάτινου κι όχι παραμυθοσκάλιστες ιεροφαντικές βακτηρίες από αθέατα βασίλεια με άγνωστους νόμους. Απλώνεται ίσαμε εδώ κι όχι πιο πέρα. Όχι κι εδώ κι εκεί, με σκανταλιάρικες υπερθέσεις κι αλληλένθετα εξκλάβια. Σκόρπιες εκλάμψεις στο χωρόχρονο. Αναπάντεχες στά...

Υπασπιστές του Αινικτή

Ό,τι έμαθες να το ξεχάσεις. Κι ό,τι κέρδισες πρέπει να χάσεις. Όσα έπιασες να τα αφήσεις. Κι ό,τι έχτισες να το γκρεμίσεις. Δεν βάζω, φίλε, τους κανόνες. Έτσι πηγαίνει η γραμμή αδιαλείπτως για αιώνες. Κανείς δεν κάνει για πολύ ίδιος να μείνει. Αλλιώς ο κύκλος σκυθρωπά τριγύρω κλείνει. Ο κόσμος γίνεται μικρή, αδιάφορη τελεία. Μορφάζει, φέρεται γελοία. Γιατί αν και θα όφειλε να σταματήσει, εκείνος καίγεται να συνεχίσει. Ενώ νομίζεις σπλαχνικά θα τον τελειώσεις με την παύλα, γι΄ άλλο ένα μπάρκο μόλις του πλήρωσες τα ναύλα. Στο πλάι τα δυο σημάδια ξύπνια γυρίζει. Φιλοτεχνεί θαυμαστικό και ξαναρχίζει. Το μπρος θέλει πίσω να επιστρέψει. Κι ό,τι ανέβλυσε ψάχνει τρόπο να στερέψει. Άκρα διπλώνονται ν’ αγγίξουνε τη μέση. Κι ό,τι σηκώθηκε, προσεύχεται να πέσει. Δεν φέρω, αδερφέ μου, την ευθύνη. Είναι συνήθεια που λατρεία έχει γίνει. Τα πάντα ενθαρρύνονται ν’ αλλάζουν. Αλλιώς απομένουνε μνημεία που τρομάζουν. Ο λόγος φρικιασμένος ρίχνει το κέλυφος σε κώμα. Μετουσιώνεται να διαφύγει απ’ το σώμα. ...

Ντέι

Να εδώ στην ψύχρα μου λένε πως είμαι μουλάρι με στυλωμένα ποδάρια γιατί γκαρίζω για κρυμμένο γκρεμό. Πως θα ‘πρεπε να ‘χω στη σειρά καπίστρι δεμένο για να συμβαδίζω με τον καιρό. Να είμαι ελεήμονας, να συγχωρώ. Να κάνω μια βόλτα με του άλλου τα πέταλα προτού τον εντάξω στους φαλτσοδρόμους. Για να ‘χεις αγώγι μυαλό δε χρειάζεται, χρειάζεται όμως παΐδια και ώμους. Έτσι τα βρήκαμε, έτσι πηγαίνουμε , τι θέλεις να κάνουμε τώρα; Σαμαρώσου εκεί πέρα και παράτα τα κλάματα για δήθεν εμπόδια και μπόρα. Αν ήταν οι γόμαροι να διαλέγουν πιλάλες, τα σταμναγκάθια θα ορίζαν ευθείες, στροφές και διχάλες.  Μην την κουράζεις την κεφάλα λοιπόν. Το ξύπνημα είναι νταλγκάς και μεράκι για αψιμαχίες μεταξύ πετεινών. Δέξου στα καπούλια εναρκτήριο κόλαφο και την πεπατημένη χωρίς έγνοιες περπάτα. Θα ‘ναι τα πνευμόνια στο πάνε αδειανά, μα όταν γυρίσεις θα ‘χεις τα παχνιά σου ως επάνω γεμάτα. Τι κι αν τρίζουν με λαχτάρες τα δόντια; Τι κι αν ιδέες καιν’ τα ρουθούνια; Ο δρόμος να μένει γνωστός κι απαράλλακτος κα...